Ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ «φρενάρει» τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης
- 02/04/2025, 16:29
- SHARE

Ο κίνδυνος ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου, με επίκεντρο τους σχεδιαζόμενους δασμούς από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, αρχίζει να επιδρά απτά στις προβλέψεις ανάπτυξης των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης. Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία καταγράφουν πτωτικές αναθεωρήσεις στις προβλέψεις τους, καθώς οι επιπτώσεις των δασμών αναμένεται να προστεθούν σε μια σειρά από χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, υψηλό κόστος ενέργειας και πολιτική αστάθεια.
Στη Γερμανία, η Ένωση Τραπεζών προβλέπει πλέον ανάπτυξη μόλις 0,2% για το 2025 – από 0,7% που προέβλεπε τον Σεπτέμβριο.
Πρόκειται για ένα ακόμα χτύπημα σε μια οικονομία που έχει ήδη συρρικνωθεί δύο συνεχόμενες χρονιές. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο αντίκτυπος των δασμών 25% στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, με τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες να βρίσκονται στο επίκεντρο της πίεσης.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Ένωσης, Heiner Herkenhoff, υπογράμμισε ότι η ελπίδα για ανάκαμψη τοποθετείται πλέον στο 2026, όταν αναμένεται ανάπτυξη 1,4%, ενισχυμένη από το νέο δημοσιονομικό πακέτο της κυβέρνησης. Ωστόσο, σημείωσε πως χωρίς φιλικές προς τις επενδύσεις μεταρρυθμίσεις, ακόμα και αυτή η πρόβλεψη παραμένει εύθραυστη.
Στη Γαλλία, το οικονομικό επιτελείο υποχρεώνεται σε υποβάθμιση των προβλέψεων για το 2025, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού.
Η ανάπτυξη εκτιμάται πλέον στο 0,7%, έναντι αρχικής πρόβλεψης για 0,9%, με την Τράπεζα της Γαλλίας να επισημαίνει την κόπωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού και οι πολιτικές εντάσεις μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024 περιπλέκουν το έργο του υπουργού Οικονομικών Eric Lombard, ο οποίος παραδέχθηκε ότι η χώρα βρίσκεται «σε λεπτή οικονομική κατάσταση».
Ο ίδιος επεσήμανε ότι οι δασμοί των ΗΠΑ ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την ήδη υποτονική ανάπτυξη.
Στην Ιταλία, η επιχειρηματική ένωση Confindustria προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,6% για το 2025, έναντι 0,7% το 2024.
Οι αμερικανικοί δασμοί συνιστούν μείζονα απειλή, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τη δεύτερη σημαντικότερη αγορά για τα ιταλικά προϊόντα. Επιπλέον, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η καθυστέρηση επενδύσεων σε εργοστάσια και εξοπλισμό επιτείνουν την πίεση.
Η Confindustria ζητά επείγουσες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ και ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας ώστε να περιοριστεί η εκροή επενδυτικών κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μόνη αχτίδα αισιοδοξίας έρχεται από το Ταμείο Ανάκαμψης, την ελαφρά μείωση του κόστους δανεισμού και τη βελτίωση στην αγορά εργασίας.