Το 20% των νοικοκυριών της Ελλάδας έχει προβλήματα με τη ρύπανση και τη βρωμιά – Η κατάσταση στην ΕΕ
- 31/03/2025, 17:30
- SHARE

Τα νοικοκυριά της Ελλάδας εμφάνισαν για το 2023 ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δυσαρέσκειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τις περιβαλλοντικές συνθήκες στις οποίες διαβιούσαν, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν τη Δευτέρα.
Με βάση την έρευνα, το 20,6% των Ελλήνων θεωρούσε ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή τα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό του, με τη χώρα μας να βρίσκεται στη δεύτερη θέση της ΕΕ, πίσω μόνο από τη Μάλτα.
Ακόμα, το ποσοστό των Ελλήνων που ανέφερε πως τα παραπάνω θέματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό του μέσα στις πόλεις έφτασε το 32,5%.
Η ηχορύπανση αποτέλεσε πρόβλημα για άνω των 30% των Ελλήνων, με τη διαφορά στους κατοίκους των πόλεων σε σχέση με τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών να είναι η μεγαλύτερη στην ΕΕ (στο 28,3%).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat:
Κατά μέσο όρο, το 12,2% του πληθυσμού της ΕΕ θεωρούσε ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή τα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό του, με το ποσοστό αυτό να κυμαίνεται από 34,7% στη Μάλτα έως 4,2% στην Κροατία το 2023.
Το ποσοστό του πληθυσμού της ΕΕ που θεωρούσε ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό του μειώθηκε από 15,2% το 2010 σε 12,2% το 2023.
Η διαφορά μεταξύ των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας και των ατόμων που δεν διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας κυμάνθηκε από 1% το 2019 έως 2,4% το 2017 και το 2020.
Το 2023, το ποσοστό των ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας που ανέφεραν έκθεση σε ρύπανση, βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα ήταν κατά 2,2% υψηλότερο σε σύγκριση με εκείνο των ατόμων που δεν διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας.
Αυτοί οι μέσοι όροι, ωστόσο, κρύβουν σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων χωρών της ΕΕ.
Το 2023, όπως και τα τελευταία χρόνια, η Μάλτα κατέγραψε μακράν το υψηλότερο ποσοστό (34,7%) του πληθυσμού που ανέφερε ότι η έκθεση στη ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό του, ακολουθούμενη από την Ελλάδα (20,5%), τη Γερμανία (16,8%) και τη Γαλλία (16,0%).
Στο άλλο άκρο της κλίμακας, η Κροατία, η Σουηδία, η Σλοβακία και η Πολωνία κατέγραψαν τα χαμηλότερα ποσοστά (4,2%, 5,0%, 5,8% και 7,1%, αντίστοιχα).
Όπως σημειώνεται, το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και ανέφεραν ότι εκτίθενται σε ρύπανση, βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα ήταν υψηλότερο από το μέσο όρο των ατόμων που δεν βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας:14,1% έναντι 11,9%. Αυτό συνέβαινε στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, όχι όμως σε όλες,
Το 2023 οι μεγαλύτερες διαφορές παρατηρήθηκαν στη Σλοβακία, όπου το 17,6% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας θεωρούσε ότι η ρύπανση αποτελούσε πρόβλημα σε σύγκριση με το 3,8% του πληθυσμού που δεν κινδύνευε από τη φτώχεια, καθώς και στη Βουλγαρία (16,8% σε σύγκριση με 8,8%), τη Δανία (13,8% σε σύγκριση με 6,4%) και την Ολλανδία (21,0% σε σύγκριση με 13,8%).
Υπήρχαν 9 χώρες της ΕΕ όπου το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και θεωρούσαν ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούσαν πρόβλημα ήταν χαμηλότερο από το ποσοστό των ατόμων που δεν βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και θεωρούσαν ότι τα ίδια ζητήματα αποτελούσαν πρόβλημα. Σε αυτές περιλαμβάνονταν η Μάλτα (5,5%), η Κύπρος (4,3%), η Λετονία (2,2%) και η Ρουμανία (1,4%).
Οι διαφορετικές καταστάσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ μπορεί να αντικατοπτρίζουν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, την κατανομή του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας στα διάφορα επίπεδα αστικοποίησης.
Σε ορισμένες χώρες οι άνθρωποι αυτοί είναι συγκεντρωμένοι στις πόλεις (όπου η ρύπανση, η βρωμιά και άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα μπορεί να είναι μεγαλύτερα), ενώ σε άλλες περιοχές είναι πιο συνηθισμένο να συναντάμε ανθρώπους σε κίνδυνο φτώχειας να ζουν σε αγροτικές περιοχές (που γενικά χαρακτηρίζονται από χαμηλότερα επίπεδα ρύπανσης, βρωμιάς και περιβαλλοντικών προβλημάτων).
Οι ακόλουθες διαφορές μπορούν να παρατηρηθούν για την αυτοαναφερόμενη έκθεση στη ρύπανση, τη βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα ανάλογα με το βαθμό αστικοποίησης.
Το 2023, στη Μάλτα και τη Γαλλία περισσότεροι από 1 στους 3 κατοίκους των πόλεων θεωρούσαν ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό τους.
Σε 6 χώρες της ΕΕ (από 8 το 2020) πάνω από το 20% των κατοίκων των πόλεών τους αισθάνονταν ότι επηρεάζονταν από περιβαλλοντικά προβλήματα, ενώ σε 17 ακόμη χώρες το ποσοστό αυτό ήταν μεταξύ 10 και 20%.
Σε 4 χώρες της ΕΕ, το ποσοστό αυτό ήταν μικρότερο από το 10% του πληθυσμού της πόλης τους. Αυτές ήταν η Σουηδία (6,2%), η Κροατία (6,7%), η Σλοβακία (7,6%) και η Εσθονία (8,1%). *Σε 22 χώρες της ΕΕ λιγότερο από το 10% του πληθυσμού που ζει σε αγροτικές περιοχές θεωρούσε ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούσαν ζήτημα για το νοικοκυριό τους.
Τα χαμηλότερα ποσοστά ατόμων που ζουν σε αγροτικές περιοχές και ανέφεραν ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούσαν ζήτημα για το νοικοκυριό τους ήταν στην Κροατία (2,7%), την Ελλάδα (2,8%) και τη Σουηδία (3,4%).
Σε 5 χώρες της ΕΕ (από 7 που ήταν το 2020), το ποσοστό ήταν υψηλότερο από το 10% των κατοίκων της υπαίθρου.
Τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που ζουν σε αγροτικές περιοχές και ανέφεραν ότι η ρύπανση, η βρωμιά ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούσαν ζήτημα γι’ αυτούς ήταν στη Σλοβενία (12,3%), την Ουγγαρία (11,7%) και την Κύπρο (10,8%).
Στις πόλεις και τα προάστια, το ποσοστό εκείνων που θεωρούσαν ότι η ρύπανση, η βρωμιά και άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούσαν ζήτημα για το νοικοκυριό τους κυμαινόταν από 28,1% στη Μάλτα έως 3,6% στην Κροατία.
Σε επίπεδο ΕΕ, οι κάτοικοι των πόλεων είναι πιο πιθανό να αισθάνονται ότι επηρεάζονται από αυτά τα προβλήματα από ό,τι οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών. Η διαφορά μπορεί να είναι αρκετά σημαντική σε ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας τις 33,8% στη Μάλτα, τις 32,5% στην Ελλάδα, τις 15,7% στο Βέλγιο και τις 15,5% στη Γαλλία (η διαφορά υπολογίζεται μεταξύ πόλεων και αγροτικών περιοχών).
Οι χώρες με τη μικρότερη διαφορά μεταξύ των ατόμων που ζουν σε πόλεις και εκείνων που ζουν σε αγροτικές περιοχές ήταν η Κύπρος (0,9%), η Εσθονία (1%) και η Σλοβακία (1,3%).