Τρέχουσες τάσεις και μελλοντικές εξελίξεις στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα
- 01/04/2025, 09:43
- SHARE

Η ανάπτυξη αποδοτικών και επαρκών συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την περαιτέρω ενίσχυση της διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ζητήματος του περιορισμένου ηλεκτρικού χώρου στη χώρα μας.
Οι αυτόνομοι (standalone) σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να συμβάλουν σημαντικά στην αύξηση του ποσοστού διείσδυσης της «πράσινης» ενέργειας στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής, αποθηκεύοντας το περίσσευμα πράσινης ενέργειας κατά τις ώρες αιχμής και εγχέοντάς το στο σύστημα κατά τις βραδινές ώρες. Με αυτόν τον τρόπο, οι σταθμοί αποθήκευσης θα αντικαταστήσουν, έστω εν μέρει, τις συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, οι οποίες καλύπτουν κατά κανόνα το ως άνω έλλειμμα «πράσινης» ηλεκτροπαραγωγής τις βραδινές ώρες. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΕΣΕΚ, η συνολική ισχύς των συστημάτων αποθήκευσης αναμένεται να φτάσει τα 4,3 GW έως το 2030.
Η αγορά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ωριμότητας. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αδειοδότηση αυτόνομων σταθμών αποθήκευσης θεσπίστηκε μόλις τον Ιούλιο του 2022 (Ν. 4951/2022) και ακόμη δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως, καθώς εκκρεμεί η έκδοση του σχετικού Κανονισμού Αδειών Αποθήκευσης. Έκτοτε, προκηρύχθηκαν από τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων τρεις διαγωνισμοί για την εξασφάλιση επενδυτικής και λειτουργικής ενίσχυσης αυτόνομων έργων αποθήκευσης συνολικής ισχύος 900 MW, ενώ το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) δημοσίευσε στις 13 Μαρτίου 2025 Υπουργική Απόφαση δυνάμει της οποίας θεσπίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τη σύνδεση επιλέξιμων έργων αποθήκευσης συνολικής ισχύος 4,6 GW στο σύστημα.
Χρηματοδότηση
Στο παρόν περιβάλλον, οι επενδυτές αναζητούν για τα παραπάνω έργα βιώσιμες λύσεις χρηματοδότησης. Όπως και στην περίπτωση των έργων ΑΠΕ, η κύρια μέριμνα των τραπεζών για τη χορήγηση δανείων που αφορούν την κατασκευή έργων αποθήκευσης είναι η διασφάλιση των ακόλουθων προϋποθέσεων:
- Η εταιρεία που έχει αναλάβει την υλοποίηση του έργου πρέπει να έχει εκδώσει όλες τις απαραίτητες διοικητικές άδειες για την κατασκευή του, να έχει εξασφαλίσει την κυριότητα ή το δικαίωμα χρήσης του γηπέδου εγκατάστασης και να έχει εξασφαλίσει με συμβατικά εργαλεία ή/και μέσω κρατικής ενίσχυσης μια σταθερή ροή εσόδων.
- Οι συμβάσεις του έργου πρέπει να περιλαμβάνουν σαφείς και σύμφωνους με πάγιες εμπορικές πρακτικές όρους για τους αντισυμβαλλομένους, διασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία του έργου και τη σαφή κατανομή ευθυνών σε περιπτώσεις καθυστερήσεων, ελαττωμάτων του εξοπλισμού ή άλλων περιπτώσεων αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων.
- Ο φορέας του έργου δεν πρέπει να επιβαρύνεται με υπέρμετρα επαχθείς όρους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τη βιωσιμότητα της επένδυσης στις κύριες συμβάσεις του (συμβάσεις κατασκευής, συμβάσεις λειτουργίας και συντήρησης, μισθώσεις κ.λπ.).
- Ο δανειολήπτης οφείλει να διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη για την προστασία του έργου από ενδεχόμενους κινδύνους που θεωρούνται κρίσιμοι από την τράπεζα.
Βάσει του ρυθμιστικού πλαισίου που έχει διαμορφωθεί, η συντριπτική πλειονότητα των έργων αποθήκευσης που πρόκειται να κατασκευασθούν τα επόμενα χρόνια δεν προβλέπεται να λάβει κρατική ενίσχυση μέσω των διαγωνισμών της ΡΑΑΕΥ και, επομένως, δεν θα εξασφαλίσει σταθερά έσοδα μέσω συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Ως εκ τούτου, το ζήτημα που απασχολεί τις τράπεζες είναι το πώς θα διαμορφωθούν οι συμβάσεις εσόδων (revenue agreements) των περισσότερων έργων αποθήκευσης, τα οποία θα πρέπει να εξασφαλίσουν σταθερά έσοδα από την αγορά, συνάπτοντας σύμβαση με συγκεκριμένο αγοραστή (off-taker).
Είναι σαφές ότι ο προσανατολισμός που δίνει το ΥΠΕΝ στην αγορά μέσω της Υπουργικής Απόφασης της 13ης Μαρτίου, έστω και για περιορισμένης ισχύος έργα, είναι η υιοθέτηση του μοντέλου της υπογραφής συμβάσεων αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) με ενεργοβόρες βιομηχανίες και επιχειρήσεις. Βάσει της Υπουργικής Απόφασης, στο σύστημα μεταφοράς θα συνδεθούν σταθμοί αποθήκευσης συνολικής ισχύος 500 MW, οι οποίοι έχουν συνάψει PPAs με ελάχιστη διάρκεια οκτώ ετών με ενεργοβόρες βιομηχανίες. Παράλληλα, σταθμοί αποθήκευσης συνολικής ισχύος 350 MW που συνάπτουν αντίστοιχα PPAs με επιχειρήσεις θα συνδεθούν τόσο στο σύστημα μεταφοράς όσο και στο δίκτυο διανομής. Αν και η επιλογή του Υπουργείου δεν μπορεί να θεωρηθεί άστοχη, φαίνεται ότι έχει ως κύριο στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους καταναλωτές, και ιδιαίτερα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, παρά τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού πλαισίου για τη χρηματοδότηση έργων αποθήκευσης.
Μια εναλλακτική πρόταση που συζητείται στην αγορά είναι η εξασφάλιση σταθερών εσόδων μέσω σύναψης συμβάσεων με Φορείς Σωρευτικής Εκπροσώπησης (ΦοΣΕ). Στις εν λόγω συμβάσεις, ο ΦοΣΕ θα εγγυάται σε συγκεκριμένη ομάδα παραγωγών μια σταθερή τιμή αποζημίωσης, ανεξάρτητη από τα έσοδα που θα παράγουν οι σταθμοί μέσω της συμμετοχής τους στην αγορά. Παράλληλα, εφόσον τα έσοδα που παρήχθησαν από τη συμμετοχή του σταθμού στην αγορά υπερβαίνουν τη σταθερή τιμή αποζημίωσης, είτε θα προβλέπεται ένας μηχανισμός επιμερισμού τμήματος του «πλεονάσματος» από τα έσοδα που παρήγε το χαρτοφυλάκιο (profit sharing) στους παραγωγούς, είτε ο ΦοΣΕ θα καρπώνεται το σύνολο του ποσού. Το συγκεκριμένο συμβατικό μοντέλο παραγωγής σταθερών εσόδων ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη λογική των συμβάσεων πώλησης – έργου (tolling agreements), οι οποίες συναντώνται με μεγάλη συχνότητα στους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο το φυσικό αέριο. Σε ένα τυπικό tolling agreement, ο ιδιοκτήτης του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής (toller) παραχωρεί τη χρήση του σταθμού στον μισθωτή (off-taker), ο οποίος (α) προμηθεύει το σταθμό με φυσικό αέριο, (β) αναλαμβάνει την ευθύνη λειτουργίας του σταθμού και (γ) αγοράζει την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από αυτόν. Ο μισθωτής (off-taker) αποκτά πλήρη έλεγχο της λειτουργίας της μονάδας και καταβάλλει στον ιδιοκτήτη (toller), ένα σταθερό ποσό ως μίσθωμα. Στην περίπτωση των σταθμών αποθήκευσης, ο ΦοΣΕ ως off-taker αποκτά πλήρη έλεγχο της λειτουργίας των μπαταριών για τους σκοπούς συμμετοχής τους στην αγορά, καταβάλλοντας στις εταιρείες των έργων μια εγγυημένη τιμή αποζημίωσης (το αντίστοιχο μίσθωμα στα tolling agreements).
Η εφαρμογή της ανωτέρω προσέγγισης στους σταθμούς αποθήκευσης προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα. Αφενός, διασφαλίζει στον παραγωγό ένα ελάχιστο επίπεδο εσόδων, ανεξαρτήτως των εμπορικών επιδόσεων του χαρτοφυλακίου του, ενισχύοντας έτσι την οικονομική βιωσιμότητα των έργων και διευκολύνοντας την τραπεζική χρηματοδότηση. Αφετέρου, παρέχει ένα ισχυρό κίνητρο στον ΦοΣΕ να διαχειρίζεται τη συμμετοχή του έργου στην αγορά με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, καθώς η αποτελεσματική διαχείριση οδηγεί στη μεγιστοποίηση και των δικών του κερδών. Ως αποτέλεσμα, διαμορφώνεται μια αμοιβαία επωφελής εμπορική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η οποία ενισχύει τη βιωσιμότητα και την αποδοτικότητα των έργων αποθήκευσης.
Από την άλλη πλευρά, το σημαντικότερο μειονέκτημα που παρουσιάζει ο συγκεκριμένος συμβατικός μηχανισμός έγκειται στο ότι, σύμφωνα με την πρακτική που έχει επικρατήσει σε πιο ώριμες αγορές, η εταιρεία του έργου αναλαμβάνει την ευθύνη καλής λειτουργίας της μπαταρίας, παρά το γεγονός πως έχει παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση της στον αντισυμβαλλόμενο ΦοΣΕ. Επιπροσθέτως, ο ΦοΣΕ αναλαμβάνει σημαντικό ρίσκο αναφορικά με το σκέλος της εγγυημένης τιμής. Ο ορισμός μιας εύλογης εγγυημένης τιμής αποζημίωσης για το χαρτοφυλάκιο με το οποίο συμβάλλεται ο ΦοΣΕ απαιτεί την ακριβέστερη, κατά το δυνατό, εκτίμηση της μακροχρόνιας συμπεριφοράς των χονδρεμπορικών αγορών. Ωστόσο, λόγω του πρώιμου σταδίου ωριμότητας των έργων αποθήκευσης στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν επαρκή ιστορικά δεδομένα που να καθιστούν αυτού του είδους τη μακροχρόνια πρόβλεψη απόλυτα αξιόπιστη.
Προμήθεια και κατασκευή
Οι ιδιαιτερότητες της τεχνολογίας του εξοπλισμού των έργων αποθήκευσης και, ιδίως, ο βαθμός εξειδίκευσης των προμηθευτών και κατασκευαστών των επιμέρους τμημάτων του εξοπλισμού, επηρεάζουν τη δομή των συμβάσεων που σχετίζονται με την προμήθεια του εξοπλισμού και την κατασκευή των έργων. Έχει παρατηρηθεί σε ωριμότερες αγορές πως η πολυπλοκότητα που ο εν λόγω κατακερματισμός εξειδίκευσης προκαλεί στην εφοδιαστική αλυσίδα μιας μπαταρίας, οδηγεί σε αντίστοιχο κατακερματισμό των συμβάσεων Μελέτης, Προμήθειας και Κατασκευής (συμβάσεις EPC) μεταξύ πολλών εργολάβων ή/και προμηθευτών. Οι εμπορικοί κίνδυνοι που ενδέχεται να προκύψουν από την κατάτμηση αυτή, έχουν ως κοινό παρονομαστή τον κίνδυνο απουσίας συντονισμού μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Ειδικότερα, όταν η κατάτμηση των συμβάσεων EPC λαμβάνει χώρα στο σκέλος της προμήθειας, δηλαδή ο παραγωγός προμηθεύεται εξοπλισμό για το έργο από περισσότερους προμηθευτές, το βασικό ρίσκο έγκειται στην πιθανή ασυμβατότητα τμημάτων του εξοπλισμού που προέρχονται από διαφορετικούς προμηθευτές. Για το λόγο αυτό, ιδιαίτερη σημασία για τις εταιρείες ανάπτυξης αποκτά ο ρόλος του τεχνικού συμβούλου, ο οποίος θα παρέχει εξειδικευμένη καθοδήγηση στον έλεγχο συμβατότητας των διαφόρων τμημάτων του εξοπλισμού του έργου η σύνθεση των οποίων θα πρέπει να συνιστά ένα ενιαίο, λειτουργικό σύστημα.
Στην περίπτωση που η κατάτμηση λαμβάνει χώρα στο σκέλος της κατασκευής, δηλαδή οι κατασκευαστικές εργασίες ανατίθενται τμηματικά σε περισσότερους εργολάβους, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πως οι εργασίες που αποτελούν αντικείμενο διαφορετικών εργολαβιών είναι αλληλένδετες. Ως εκ τούτου, τυχόν έλλειψη συντονισμού στην πρόοδο των εργασιών ενδέχεται να προκαλέσει πρόσθετα κόστη ή επιπλέον διαχειριστικό φόρτο, καθώς καθυστερήσεις που σημειώνονται στις εργασίες ενός εργολάβου ενδέχεται να επηρεάσουν αντίστοιχα τις εργασίες που έχουν αναληφθεί από τους λοιπούς εργολάβους, οδηγώντας σε πρόσθετες δαπάνες ή απαιτήσεις για παράταση προθεσμιών. Για να περιοριστεί αυτός ο κίνδυνος, απαιτείται από τον εργοδότη ένας σαφής και λεπτομερής προγραμματισμός σε διαδοχικά στάδια. Σε κάθε περίπτωση η ανάθεση των κατασκευαστικών εργασιών θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο αφού έχουν οριστικοποιηθεί οι τεχνικές προδιαγραφές του έργου. Ως εκ τούτου, τα συμφωνηθέντα χρονοδιαγράμματα καθώς και οι ποινικές ρήτρες που καταπίπτουν σε περίπτωση καθυστερήσεων στην υλοποίηση των εργασιών κατασκευής θα πρέπει να βρίσκονται σε συμφωνία σε όλες τις επιμέρους συμβάσεις EPC, ώστε να διευκολύνεται ο συνολικός συντονισμός του έργου και να διασφαλίζεται η έγκαιρη ολοκλήρωσή του με τις μικρότερες δυνατές αποκλίσεις.
Η πραγματικότητα αυτή έχει οδηγήσει στην πρακτική των συμβάσεων Engineering, Procurement, & Construction Management (EPCm), με τις οποίες ανατίθεται σε έναν πάροχο υπηρεσιών ο συντονισμός των εργασιών κατασκευής. Σε αντίθεση με μια κλασική σύμβαση EPC, που είναι μια σύμβαση έργου και στην οποία εργολάβος έχει την πλήρη ευθύνη για την ολοκλήρωση του έργου εντός χρόνου και προϋπολογισμού, σε μια σύμβαση EPCm, η οποία είναι μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ο πάροχος των υπηρεσιών (EPCm contractor) ευθύνεται μόνο για τον σχεδιασμό και τη διαχείριση της διαδικασίας κατασκευής του έργου, χωρίς να αναλαμβάνει ευθύνη για καθυστερήσεις, υπερβάσεις προϋπολογισμού ή για την κατασκευή του έργου σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές, η οποία εξακολουθεί να βαρύνει τους επιμέρους εργολάβους.
Το πλεονέκτημα που προσφέρει η εν λόγω πρακτική είναι πως η αποτελεσματική διαχείριση των επιμέρους εργολαβιών σημαίνει χαμηλότερο κόστος για τις εταιρείες των έργων και ταχύτερη υλοποίηση. Ωστόσο, εξαιτίας του ότι η ευθύνη αθέτησης επιμερίζεται μεταξύ περισσότερων εργολάβων, οι τράπεζες συνήθως απαιτούν πρόσθετες εγγυήσεις και υποχρεώσεις από τις εταιρείες των έργων, όπως μεγαλύτερο ποσοστό ιδίων κεφαλαίων ή παροχή πρόσθετων εγγυήσεων από τους εργολάβους.
Επίλογος
Η ανάπτυξη αξιόπιστων και αποδοτικών συστημάτων αποθήκευσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, τη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος και τη σταδιακή απελευθέρωση ηλεκτρικού χώρου, ζήτημα κρίσιμο για το κορεσμένο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας. Η ανάπτυξη της αγοράς αποθήκευσης ενέργειας στην Ελλάδα συνιστά μια πολυδιάστατη πρόκληση, η οποία επηρεάζεται από τεχνικούς, ρυθμιστικούς και χρηματοοικονομικούς παράγοντες. Παρότι η θέσπιση νομοθετικού πλαισίου και η προκήρυξη διαγωνισμών για την παροχή κρατικών ενισχύσεων αποτελούν σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση της ωρίμανσης της αγοράς, ανοιχτά παραμένουν ζητήματα τα οποία πρόκειται κατά βάση να διαμορφωθούν από τους ίδιους τους παράγοντες της αγοράς που θα κληθούν να διαπραγματευθούν και να υλοποιήσουν τις κύριες συμβάσεις των παραπάνω έργων. Η διαμόρφωση πάγιων πρακτικών στην αγορά για τα συγκεκριμένα ζητήματα αυτά απαιτεί χρόνο και ανάληψη ρίσκου από τους επενδυτές. Η επιτυχής μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο και ευέλικτο ενεργειακό μείγμα θα εξαρτηθεί από το συντονισμένο έργο της ρυθμιστικής αρχής, διαχειριστών, επενδυτών, τραπεζών και εργολάβων, οι οποίοι καλούνται να διαμορφώσουν αποτελεσματικά τον οδικό χάρτη για την ανάπτυξη των έργων αποθήκευσης στην Ελλάδα.